Please rotate your device

SPEECH AT ECONOMIST CYPRUS SUMMIT

01 November 2016

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά του διοργανωτές για την πρόσκληση και για την ευκαιρία να απευθυνθώ σε ένα τόσο εκλεκτό ακροατήριο. 

Θα ήθελα την ίδια ώρα να καλωσορίσω θερμά στην Κύπρο ένα καλό φίλο και συνεργάτη, τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, Κλάους Ρέγκλινκ.

Αγαπητέ Κλάους, αυτή δεν είναι η πρώτη σας επίσκεψη στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια, είναι όμως σημαντική επειδή πραγματοποιείται λίγους μόλις μήνες μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του Κυπριακού Προγράμματος Στήριξης, και θα ήθελα με την ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για την συνεργασία που είχαμε.

Ο ESM είναι ένας σχετικά καινούργιος θεσμός που προέκυψε μέσα από την κρίση. Παραχωρεί δανεισμό ή πιστωτικές γραμμές σε κράτη που δεν είναι τα ίδια σε θέση να δανειστούν από τις αγορές. Αυτό γίνεται για καθορισμένη χρονική περίοδο, για συγκεκριμένους σκοπούς και με βάση προσυμφωνημένους όρους και προϋποθέσεις που σχετίζονται, σε τελική ανάλυση, με τις κινήσεις που πρέπει να γίνουν για την επανάκτηση της εμπιστοσύνης και της πρόσβασης στις αγορές εκ μέρους του κράτους που μετέχει σε πρόγραμμα.

Κυρίες και κύριοι,

Αυτά τα πολύ βασικά δεδομένα για το τι είναι και πως λειτουργεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης και σε τι αποσκοπεί ένα πρόγραμμα στήριξης, αποτέλεσαν, πρέπει να σας πω, τη βάση της προσπάθειας που είχαμε αναλάβει. Δεν χωρούσαν ούτε θεωρίες συνομωσίας, ούτε συγκρουσιακές προσεγγίσεις, ούτε υπερβολές. Έπρεπε να επανακτήσουμε την χαμένη αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη προς την οικονομία της χώρας μας. Αυτό επιδιώξαμε και αυτό ακριβώς πετύχαμε.

Και εάν είναι κάτι που θα ήθελα να τονίσω είναι πως η εμπιστοσύνη ανακτάται μόνο μέσα από την συστηματική προσπάθεια, την συνέπεια και τις αποφάσεις ευθύνης.

Για παράδειγμα, οι καταθέτες εμπιστεύτηκαν ξανά τις κυπριακές τράπεζες όταν διαπίστωσαν τις χειροπιαστές κινήσεις αλλαγής, σε σχέση με το ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο, την εταιρική διακυβέρνηση και το management των τραπεζών.

Ντόπιες και ξένες επενδύσεις, σε μια σειρά από παραγωγικούς τομείς, άρχισαν να σπρώχνουν την οικονομία μας προς την ανάκαμψη όταν επιβεβαιώθηκε ότι θα διαφυλάτταμε πράγματι την σταθερότητα και ελκυστικότητα του φορολογικού μας πλαισίου. Χρειάστηκε,  βέβαια, να μειώσουμε τις δαπάνες κατά 11% μέσα σε ένα χρόνο, μεταξύ του 2013-2014, αλλά ήταν αυτό που διασφάλισε ότι οι όποιοι νέοι φόροι θα καθίσταντο αχρείαστοι.  

Κατά παρόμοιο τρόπο, αποκαταστάθηκε και η καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Αλλά και οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν θετικά, όπως και οι Οίκοι Αξιολόγησης, και άρχισαν να μας δανείζουν ξανά, όταν πείστηκαν για την αποφασιστικότητα μας να διορθώσουμε τα του οίκου μας.  

Η εμπιστοσύνη λοιπόν είναι το κλειδί, είναι η βασική προϋπόθεση που θα επιτρέψει την συνέχιση της πορείας ανάκαμψης και την μείωση της ανεργίας. Και ας έχουμε υπόψη ότι η εμπιστοσύνη δύσκολα ανακτάται και εύκολα χάνεται. Γι’ αυτό επιβάλλεται η συνέχιση της προσπάθειας, με την ίδια προσήλωση, με την ίδια ένταση, επειδή ξέρουμε πως έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε.

Κυρίες και κύριοι,

Λειτουργούμε, βέβαια, στο Ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον και όπως είναι λογικό επηρεαζόμαστε καθοριστικά από όσα το διαμορφώνουν. Και θεωρώ πως προκύπτει και εδώ η ίδια ανάγκη, για αξιόπιστες και αποτελεσματικές κινήσεις στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, που να εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Έγιναν, για παράδειγμα, πολύ σημαντικά βήματα σε σχέση με την Τραπεζική Ένωση. Η ενιαία τραπεζική εποπτεία πρέπει πράγματι να είναι αυστηρή, προληπτική και αποτελεσματική ούτως ώστε να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος. Με κανένα τρόπο όμως, και θα ήθελα να εκφράσω την ανησυχία μου, δεν θα πρέπει να μετατραπεί η εποπτεία σε γραφειοκρατική και υπερβολική. Πρέπει μάλιστα να διασφαλιστεί μια περίοδος εποπτικής σταθερότητας, προκειμένου τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης να επιτύχουν την προσαρμογή και την ανάκαμψη, χωρίς συνεχή μετατόπιση του πήχη.

Πρέπει επίσης να διαφυλαχθούν και να ενισχυθούν οι ανοικτές αγορές και ο ανταγωνισμός. Είμαι ανακουφισμένος από την κατάληξη της CETA, αλλά με προβλημάτισε το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραλίγο να μην καταφέρει να ολοκληρώσει μια εμπορική συμφωνία με τον Καναδά.

Ο μεγαλύτερος προβληματισμός, βέβαια, είναι αυτός που σχετίζεται με το Brexit και με τον τρόπο που μια ώριμη και ευημερούσα κοινωνία σπρώχτηκε από τις δυνάμεις του λαϊκισμού σε αυτή την απόφαση. Έχω δηλώσει ξανά, πως θεωρώ την άνοδο του λαϊκισμού και των άκρων ως την βασικότερη απειλή όχι μόνο για τις ανοικτές αγορές αλλά και για την ίδια την δημοκρατία.  

Πρέπει την ίδια ώρα με αξιοπιστία, συνέπεια και κοινή λογική να εφαρμόζονται οι κανόνες της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά. Και εδώ θεωρώ πως οφείλω, ολοκληρώνοντας, ένα σχόλιο σε σχέση με το ζήτημα που έχει προκύψει τις τελευταίες μέρες και το οποίο αφορά στις παρατηρήσεις της Κομισιόν επί του προσχεδίου του κρατικού μας προϋπολογισμού.

Και θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως ούτε θέλουμε, ούτε ζητούμε,  ούτε και υιοθετούμε την παραμικρή χαλάρωση στους δημοσιονομικούς στόχους. Σε αντίθεση με άλλους στην Ευρώπη, δεν πιστεύουμε στις πολιτικές των ελλειμμάτων, ούτε και θεωρούμε πως η ανάπτυξη έρχεται μέσα από τα ελλείμματα και το χρέος. Το αντίθετο.

Και γι’ αυτό ακριβώς διασφαλίσαμε εξαιρετικά καλές δημοσιονομικές επιδόσεις, επειδή θέλαμε να δημιουργήσουμε εμπιστοσύνη, αξιοπιστία και προβλεψιμότητα σε σχέση με την οικονομική πολιτική. Από το 2014 λειτουργούμε με πρωτογενές πλεόνασμα γύρω στο 2.5% του ΑΕΠ, ενώ για το 2017 καταθέσαμε ένα προϋπολογισμό που προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2.1%. Μόνο ένα ή δύο άλλα κράτη επιδιώκουν και υπολογίζουν ότι θα έχουν ανάλογες επιδόσεις. 

Αυτά είναι πραγματικά δεδομένα που δεν αμφισβητούνται ούτε από την Κομισιόν, ούτε από κανένα, όπως και δεν αμφισβητούνται οι παράμετροι πάνω στις οποίες βασίζεται ο προϋπολογισμός, όπως για παράδειγμα ο προβλεπόμενος ρυθμός ανάπτυξης που κινείται πλέον μεταξύ του 2.5-3% του ΑΕΠ. 

Είναι συνεπώς ατυχές να προκύπτει ζήτημα μέσα από μια όχι και τόσο διαφανή, τεχνική διαδικασία που υπολογίζει την δυνητική παραγωγή και η οποία ουσιαστικά υιοθετεί παραμέτρους που υπονοούν ότι η οικονομία της Κύπρου περνά φάση υπερθέρμανσης, κάτι το οποίο είναι, βέβαια, εκτός λογικής.

Στέλνω λοιπόν το μήνυμα πως πρόσθετα μέτρα είναι εκτός συζήτησης, γιατί θα οδηγούσαν σε πρωτογενές πλεόνασμα πέραν του 3% του ΑΕΠ, κάτι εντελώς αχρείαστο και αντιπαραγωγικό, που θα υπονόμευε την αναπτυξιακή προοπτική.

Απορρίπτω την όποια αύξηση στη φορολογία με την ίδια ένταση που απορρίπτω την όποια ανεύθυνη αύξηση των δημοσίων δαπανών.

Αλλά και στην περίπτωση που επιλέγαμε να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της περαιτέρω μείωσης των δημοσίων δαπανών, θα έπρεπε, σε αντίθεση με το τι φαίνεται η Κομισιόν να υπονοεί, να συνοδεύαμε αυτή τη μείωση των δαπανών με αντίστοιχη μείωση στη φορολογίας. Για να διασφαλιστεί η δημοσιονομική ουδετερότητα και σταθερότητα και να διατηρηθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών και οικονομικής ανάκαμψης, την οποία επιδιώξαμε και πετύχαμε, απαντώντας με αυτό τον τρόπο και διαψεύδοντας, το επίπλαστο δίλημμα που απασχολεί την Ευρώπη, περί λιτότητας ή ανάπτυξης.

Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ.