Please rotate your device

LECTURE AT UCY

19 October 2016

 

Προκλήσεις και προοπτικές της Κυπριακής Οικονομίας μετά το Μνημόνιο και η επίδραση του Brexit

 

Κυρίες και κύριοι,

Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση και θέλω να πω πως χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι ξανά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, σε αυτή την ετήσια διάλεξη που έχει καθιερωθεί ως θεσμός από τη Σχολή Οικονομικών και Διοίκησης.

Θέλω με την ευκαιρία να εκφράσω για άλλη μια φορά την ικανοποίηση μου για τη σταθερή και αξιοσημείωτη πρόοδο του Πανεπιστημίου και να επαναλάβω τη δέσμευση της Κυβέρνησης να συνεχίσει να στηρίζει και να επενδύει στο Πανεπιστήμιο.

Έχω την άποψη πως η επένδυση στην εκπαίδευση και τη γνώση, είναι αυτή που θα προετοιμάσει τους νέους πολίτες της χώρας μας και θα τους προσφέρει τα εφόδια και τις δεξιότητες που χρειάζονται στην σύγχρονη εποχή. Για να είναι σε θέση να λειτουργήσουν με επάρκεια, ως ενημερωμένοι και υπεύθυνοι πολίτες, με κριτική άποψη, με αυτοπεποίθηση, απαλλαγμένοι από δογματικές προσεγγίσεις και φοβικά σύνδρομα και με αντιστάσεις απέναντι στις προκλήσεις του λαϊκισμού και των άκρων.

Θα επανέλθω σε αυτό το σημείο, γιατί θεωρώ αυτή ακριβώς την παράμετρο ως την πιο σημαντική, που θα καθορίσει τη μελλοντική πορεία της χώρας μας. Γιατί η οικονομία, πράγματι, δεν σχετίζεται τόσο με αριθμούς, σχετίζεται, κυρίως, με την νοοτροπία και την αντίληψη των πραγμάτων.

Και αυτή είναι η παράμετρος που συνδέει, κατά την άποψη μου, όσα έχουν τεθεί από τους διοργανωτές ως θέμα της αποψινής μας συζήτησης, δηλαδή  τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας μετά την έξοδο από το Μνημόνιο και τις επιδράσεις του Brexit.

Επιτρέψετε μου λοιπόν, να αναφερθώ στην κατάσταση της κυπριακής οικονομίας, στα όσα έχουν μεσολαβήσει στη χρονιά που μας πέρασε, αλλά και στις προοπτικές που διαμορφώνονται.

Και να σας θυμίσω ότι λίγες μόνο μέρες μετά την περσινή μου παρουσία ενώπιον σας είχαμε προχωρήσει σε μια κίνηση που αποτέλεσε την πιο χειροπιαστή επιβεβαίωση της αποκατάστασης της διεθνούς εμπιστοσύνης προς τη χώρα μας: στην έκδοση 10-ετούς ομολόγου στις διεθνείς αγορές.

Η εμπιστοσύνη είναι το πιο σημαντικό συστατικό, μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις, για την ομαλή λειτουργία και την ανάπτυξη μια οικονομίας. Χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχει οικονομική προοπτική.

Ήταν, για παράδειγμα, η απώλεια της εμπιστοσύνης εκ μέρους των καταθετών προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, που είχε οδηγήσει στην, τεραστίων διαστάσεων, διαρροή καταθέσεων την περίοδο 2011-2013, στη συνακόλουθη διόγκωση του ELA και στην επιβολή, τελικά, περιοριστικών μέτρων. Και ήταν, από την άλλη, η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, που επέτρεψε τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, την ανάκαμψη των καταθέσεων, την ενίσχυση της ρευστότητας, την άρση των περιοριστικών μέτρων και την αποπληρωμή του μεγαλύτερου μέρους του ELA.

Ήταν η απώλεια της εμπιστοσύνης εκ μέρους των επενδυτών που οδήγησε σε αποτυχία διαδοχικές απόπειρες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών με αναπόφευκτη και οδυνηρή κατάληξη την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας και το bail-in. Ήταν, όμως, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, μέσω της προσέλκυσης σημαντικών ξένων επενδυτών στις τράπεζές μας, που τους επιτρέπει σήμερα να διαθέτουν πολύ ικανοποιητική κεφαλαιουχική επάρκεια.

Ήταν η απώλεια της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης που οδήγησε στην ύφεση και στην ανεργία και συνεπώς στην επιδείνωση και των δημοσίων οικονομικών. Και είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, που οδηγεί σήμερα στην αντιστροφή αυτού του φαύλου κύκλου.

Ήταν η απώλεια της εμπιστοσύνης που είχε οδηγήσει την χώρα μας εκτός αγορών και στο Μνημόνιο. Και είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης που μας επέτρεψε να ολοκληρώσουμε το Μνημόνιο με επιτυχία και να στεκόμαστε σήμερα στα πόδια μας.

Η πιο σημαντική, λοιπόν,  εξέλιξη στη χρονιά που μας πέρασε ήταν η αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης και της θέσης αξιοπιστίας της χώρας μας. Και πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η εμπιστοσύνη εύκολα χάνεται, αλλά δύσκολα ανακτάται. Και σίγουρα δεν ανακτάται η εμπιστοσύνη ούτε με τα συνθήματα, ούτε με την άρνηση. Ανακτάται με τις αποφάσεις ευθύνης, με τη συνέπεια και τη συστηματική προσπάθεια.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ανακτηθεί η καταναλωτική και επιχειρηματική εμπιστοσύνη, εάν το φορολογικό σύστημα της χώρας συνεχώς μεταβάλλεται, εάν επιβάλλεται ο ένας νέος φόρος μετά τον άλλο, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια του κράτους να διατηρήσει τα φορολογικά του έσοδα. Αυτό, πρέπει να πω, συνέβαινε μεταξύ του 2011-2013, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα, επειδή ακριβώς οι συνεχείς φορολογικές επιβαρύνσεις υπονόμευαν όλο και περισσότερο την καταναλωτική και επιχειρηματική εμπιστοσύνη και έσπρωχναν την οικονομία σε όλο και πιο βαθιά ύφεση.

Ήταν συνεπώς βασική μας επιδίωξη να διαφοροποιήσουμε αυτή την πολιτική. Αλλά την ίδια ώρα γνωρίζαμε, πως η σταθερότητα και ελκυστικότητα του φορολογικού πλαισίου, και η εισαγωγή φορολογικών κινήτρων και ελαφρύνσεων, που θα έδιναν ώθηση στην ανάπτυξη, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς τον εξορθολογισμό και τη συγκράτηση των δημοσίων δαπανών.

Και αυτό ακριβώς πράξαμε. Το 2014 υπήρξε μείωση στις κρατικές δαπάνες κατά 11% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Με αυτό τον τρόπο πετύχαμε μια και έξω τον ισοσκελισμό εσόδων και δαπανών, χωρίς νέους φόρους και έκτοτε έχουμε παραμείνει σταθεροί σε αυτά τα πλαίσια,  δηλαδή του ισοσκελισμένου, ουσιαστικά, προϋπολογισμού με ένα ικανοποιητικό πρωτογενές πλεόνασμα που υπερβαίνει το 2%.

Αυτό, διασφάλισε από τη μια, τη μακροοικονομική σταθερότητα και επέτρεψε παράλληλα, την προώθηση δύο φορολογικών μεταρρυθμίσεων, με σημαντικά κίνητρα και ελαφρύνσεις, που στηρίζουν την ανάκαμψη χωρίς καθόλου να υπονομεύονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Και αυτό σχετίζεται με την ανταποδοτικότητα που είχαν και θα έχουν τέτοια φορολογικά κίνητρα. Για παράδειγμα, η κατάργηση της έκτακτης φορολογίας επί της απασχόλησης θα ενισχύσει την ιδιωτική κατανάλωση, αλλά και την αγορά εργασίας. Η μείωση των μεταβιβαστικών τελών στα ακίνητα, ήδη ενθαρρύνει τις συναλλαγές, την οικονομική δραστηριότητα δηλαδή, με τρόπο που να ενισχύονται αντί να μειώνονται τα φορολογικά έσοδα.  

Και είναι έτσι ακριβώς, που ενισχύεται η εμπιστοσύνη, που ενισχύεται το προφίλ της χώρας μας ως επενδυτικός προορισμός, που επιτυγχάνονται αναβαθμίσεις από τους Οίκους Αξιολόγησης και το κυριότερο, που δίνεται ώθηση στην ανάπτυξη και στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Να πω ακόμη τα εξής: Έχω ακούσει να λέγεται πως η δημοσιονομική εξυγίανση ήταν η εύκολη. Δεν ξέρω πόσο εύκολος μπορεί να θεωρηθεί ο περιορισμός ενός ελλείμματος της τάξης του 5-6%, ουσιαστικά στο μηδέν και μάλιστα χωρίς φόρους. Αλλά, εάν ήταν πράγματι τόσο εύκολη η εξυγίανση,  διερωτώμαι γιατί αυτή δεν είχε επιχειρηθεί νωρίτερα;

Ακούω ακόμη να εκφράζεται η άποψη πως πρέπει να επιχειρηθεί περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση και να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα, αντί για παράδειγμα της μείωσης των φορολογιών που έχουμε προωθήσει. Σε αυτό απαντώ πως οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Κύπρου από το 2014 και μετά, περιλαμβανομένων και των προβλεπομένων για το 2017, συγκαταλέγονται στις 3-4 καλύτερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και είναι πάνω σε αυτές τις επιδόσεις που έχουν βασιστεί διαδοχικές αναβαθμίσεις από Οίκους Αξιολόγησης. Κατ’ ακρίβεια θεωρώ, πως μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή δεν θα ήταν απλώς αχρείαστη, αλλά θα ήταν πιθανότατα αντιπαραγωγική, καθώς θα διατάρασσε την πορεία ανάκαμψης. 

Από την άλλη θα ήθελα να πω πως είναι σαφώς προτιμότερο να εκφράζονται τέτοιες ανησυχίες και παραινέσεις, ότι δηλαδή πρέπει να συγκρατήσουμε ακόμη περισσότερο τις δημόσιες δαπάνες, παρά τα όσα ακούγονται από άλλους, που επιζητούν ακριβώς το αντίθετο. Που ουσιαστικά μας καλούν να αρχίσουμε να ξοδεύουμε χρήματα που δεν έχουμε. Να επιστρέψουμε δηλαδή ξανά στις πολιτικές των ελλειμμάτων, επιβαρύνοντας την προοπτική των επόμενων γενεών.

Θέλω, λοιπόν, να στείλω ένα ξεκάθαρο μήνυμα, ότι δεν πρέπει και δεν πρόκειται να επιστρέψουμε στα παλιά. Στις εποχές εκείνες που οι αποφάσεις λαμβάνονταν στη βάση του ποιος θα φωνάξει περισσότερο, ή στη βάση του ποιος θα απειλήσει ότι θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη κοινωνική αναστάτωση και αναταραχή.

Το τι θα δαπανήσουμε, δεν εξαρτάται από τις ανάγκες μας, οι οποίες μπορεί να είναι και δικαιολογημένες, αλλά από τις δυνατότητές μας, όπως αυτές καθορίζονται από τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας.

Λειτουργούμε με ένα ισοσκελισμένο, ουσιαστικά, προϋπολογισμό, έχουμε δημιουργήσει κάποια περιθώρια τα οποία θεωρώ πως έχουμε αξιοποιήσει σωστά, θεωρώ πως μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή θα είχε ενδεχομένως τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αλλά την ίδια ώρα ξεκαθαρίζω πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο χαλάρωσης.

Πρέπει, την ίδια ώρα, να συνεχιστεί η προσπάθεια για προώθηση διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων και αλλαγών στο κράτος και στην οικονομία. Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, η Κύπρος βρισκόταν πέρυσι στη δεύτερη θέση σε σχέση με την προώθηση τέτοιων μεταρρυθμίσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Και είναι πράγματι γεγονός ότι η περίοδος 2013-2016, λόγω και των Μνημονιακών υποχρεώσεων που αναλάβαμε, ήταν χωρίς αμφιβολία η πιο παραγωγική σε σχέση με την προώθηση τέτοιων μεταρρυθμίσεων.

Έχει αλλάξει άρδην το τραπεζικό σύστημα, έχει προωθηθεί μια εξαιρετικά φιλόδοξη μεταρρύθμιση της κοινωνικής πολιτικής, έχουν καταργηθεί οργανισμοί του δημοσίου που είχαν κλείσει τον κύκλο τους. Στα πλαίσια του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αδειοδοτήσεων έχει παραχωρηθεί το Λιμάνι Λεμεσού σε επενδυτές από Γερμανία και Ντουμπάι, σύντομα θα λειτουργήσουν και πάλι Κυπριακές Αερογραμμές όχι ως μια χρεοκοπημένη κρατική εταιρεία αλλά ως ιδιωτική εταιρεία με ξένα κεφάλαια και  σύντομα θα υπάρξει αδειοδότηση του project για το Καζίνο, έργο αξίας πέραν του μισού δις.

Πρέπει όμως, το λέω ξανά, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια να συνεχιστεί με την ίδια ένταση.  Όπως σωστά αναδείχθηκε χθες, σε ένα συνέδριο για το Συνταξιοδοτικό, ο τομέας των Ταμείων Προνοίας πρέπει να αναμορφωθεί και να ενισχυθεί.  Το πλαίσιο μεταρρύθμισης της δημόσια υπηρεσίας, που εκκρεμεί στη Βουλή από τον Αύγουστο του 2015, πρέπει επιτέλους να προχωρήσει. Όπως πρέπει να προχωρήσει και η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα λάθη του παρελθόντος σε αυτούς τους τομείς πρέπει επειγόντως να διορθωθούν.

Αλλά και η Cyta, δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι ο μόνος τηλεπικοινωνιακός οργανισμός στην Ευρώπη, που να λειτουργεί ως προέκταση της δημόσιας υπηρεσίας, ή το Χρηματιστήριο, ο ναός του καπιταλισμού, όπως κάποιοι θα έλεγαν, να είναι κρατικό.

Παρεμπιπτόντως, ακούω ότι η Cyta δεν πρέπει να αποκρατικοποιηθεί, έστω και μερικώς, επειδή κάνει κέρδη, αλλά την ίδια ώρα ακούω ούτε το ΧΑΚ πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί επειδή κάνει ζημιές!

 

Κυρίες και κύριοι,

Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως η κυβέρνηση θα συνεχίσει την προσπάθεια. Ακόμη και εκεί που αντιμετωπίζουμε τη δογματική άρνηση, εμείς θα προχωρήσουμε καταθέτοντας τις δικές μας προτάσεις, και ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Αλλά πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ότι οι ευθύνες είναι έναντι των συμπολιτών μας, είναι έναντι του τόπου μας.

Η κυπριακή οικονομία, καταγράφει πλέον αξιοσημείωτη πρόοδο. Ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται πως θα συνεχίσει και τα επόμενα χρόνια, όπως και φέτος, να είναι ιδιαίτερα θετικός. Έχουμε εξασφαλίσει μια δεύτερη ευκαιρία. Πρέπει, τώρα, αυτή την ευκαιρία να τη διαχειριστούμε υπεύθυνα και να συνεχίσουμε την προσπάθεια έχοντας υπόψη ότι έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε. 

Και εάν με ρωτούσε κάποιος ποια είναι η μεγαλύτερη μου έγνοια, ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που θα μπορούσε να μας εκτροχιάσει από αυτή την αρκετά αισιόδοξη πορεία, θα έλεγα πως είναι ο κακός μας εαυτός. Δεν είναι ούτε to Grexit το οποίο φαίνεται να έχει αποτραπεί, ούτε το Brexit το οποίο δυστυχώς φαίνεται να είναι πλέον αναπόφευκτο. Είναι ο κίνδυνος να παρασυρθούμε από τις προκλήσεις του λαϊκισμού, των ανεύθυνων πολιτικών επιλογών και των άκρων.

Κατ’ ακρίβεια, αυτός είναι ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουν όλες οι σύγχρονες κοινωνίες στην Ευρώπη και στην Αμερική. Η ανησυχία μου για το Brexit δεν σχετίζεται με μια ενδεχόμενη μείωση των τουριστικών αφίξεων ή πτώση στις εξαγωγές κυπριακού χαλουμιού  στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σχετίζεται με το γεγονός ότι μια ώριμη και συγκροτημένη κοινωνία, όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου, με μακρά δημοκρατική παράδοση, η χώρα με την αρχαιότερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, με ψηλά επίπεδα μόρφωσης και ευημερίας, έλαβε μια τόσο σημαντική απόφαση, όχι στη βάση ενός γόνιμου διαλόγου, όχι μέσα από τον ορθολογισμό, αλλά παρασυρόμενη από ανακρίβειες, συνθήματα, και φοβικά σύνδρομα. Και αυτό με ανησυχεί ιδιαίτερα. Εάν μάλιστα συνειδητοποιήσουμε, πως και σε άλλες φιλελεύθερες δημοκρατίες καταγράφονται ανάλογα φαινόμενα, ο προβληματισμός μας πρέπει να ενταθεί.

Και αποτελεί ευθύνη όλων μας να ανασκουμπωθούμε και να εμπλακούμε σε μια νέα μεγάλη προσπάθεια, όχι μόνο για να διαφυλάξουμε όσα κατακτήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά για να χαράξουμε μια νέα πορεία που θα μας οδηγήσει μπροστά.

Ολοκληρώνω λέγοντας τα εξής: κάθε φορά που φλερτάρουμε με το λαϊκισμό, κάθε φορά που υποκύπτουμε, έστω και λίγο,  στα κελεύσματα του λαϊκισμού, κάθε φορά που λαμβάνουμε μια πολιτική απόφαση όχι με βάση τον ορθολογισμό αλλά με βάση την πρόσκαιρη ικανοποίηση του ακροατηρίου, θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο ελέγχουμε και χαλιναγωγούμε αυτές τις ακραίες καταστάσεις, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να τις εκτρέφουμε και να τις γιγαντώνουμε.

Αυτός είναι ο κίνδυνος και σε αυτόν πρέπει να αντισταθούμε.