Please rotate your device

ARTICLE IN KATHIMERINI NEWSPAPER

08 January 2017

Ο Λαϊκισμός και τα όρια της οικονομικής λογικής

Βασική αρχή των οικονομικών είναι ότι οι ανάγκες είναι απεριόριστες ενώ οι δυνατότητες είναι περιορισμένες. Είναι δηλαδή δεδομένο ότι οι ανάγκες ενός κράτους και μιας κοινωνίας υπερβαίνουν τις αντικειμενικές δυνατότητες της οικονομίας. Ακόμη και στις περιπτώσεις συγκριτικά πλουσίων κρατών, όπως είναι τα κράτη-μέλη της ΕΕ, υπάρχουν πάντοτε αιτήματα και ανάγκες που δεν μπορούν, έτσι απλά, να ικανοποιηθούν.

Αυτό το πολύ απλό και βασικό δεδομένο, εμείς οι πολιτικοί συχνά το αγνοούμε. Είναι σαφώς πιο εύκολο να λέμε "ναι" σε κάθε αίτημα, να μοιράζουμε υποσχέσεις και να αναλαμβάνουμε υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τις πραγματικές δυνατότητες και αντοχές της οικονομίας. Και είναι ευκολότερο να αναβάλλουμε πολιτικά δύσκολες αποφάσεις όπως είναι, κατά κανόνα, οι μεταρρυθμίσεις και οι αλλαγές που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια νέα αναπτυξιακή προοπτική, αλλά που θα προκαλούσαν αναπόφευκτα αναστάτωση σε καταστάσεις που έχουν βολευτεί. Και ως πολίτες όμως φέρουμε ευθύνη, γιατί έχουμε διαχρονικά εθιστεί σε μια πολιτική διεργασία που δεν χαρακτηρίζεται από ορθολογισμό αλλά από συνθήματα.

Περίπου τα ίδια ισχύουν και για τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Εάν δηλαδή ο τραπεζικός δανεισμός προσφέρεται και αναλαμβάνεται με τρόπο αλόγιστο, αργά ή γρήγορα θα προκύψει πρόβλημα. Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στα οικονομικά αδιέξοδα. Εάν υπάρχει κάτι που μπορεί να μας διδάξει η διολίσθηση της κυπριακής οικονομίας σε μια άνευ προηγουμένου κρίση είναι ότι η φαινομενικά εύκολη οδός του λαϊκισμού και της ανευθυνότητας πρόσκαιρα βολεύει και ικανοποιεί, αλλά οδηγεί αναπόφευκτα σε περιπέτειες.

Για παράδειγμα, για χρόνια λειτουργούσαμε με επαναλαμβανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα της τάξης του 5-6% του ΑΕΠ. Δαπανούσαμε πέραν των δυνατοτήτων μας. Αυτό ήταν βολικό, κυρίως γι’ αυτούς που προωθούσαν δήθεν φιλολαϊκές πολιτικές, με λεφτά που δεν είχαν.  Μέχρι που βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, φορτωθήκαμε μια σειρά από φόρους και είδαμε την οικονομία μας να διολισθαίνει σε ύφεση.  Η εξίσου ανεύθυνη αναβλητικότητα σε σχέση με την αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης οδήγησε στην οδυνηρή απώλεια καταθέσεων και τη χώρα σε Μνημόνιο.

Τα τελευταία χρόνια λειτουργούμε με τρόπο διαφορετικό. Ο προϋπολογισμός είναι, ουσιαστικά, ισοσκελισμένος. Για να το πετύχουμε χρειάστηκε να λάβουμε δύσκολες αποφάσεις, μειώνοντας δραστικά τις δημόσιες δαπάνες. Όμως η κίνηση αυτή, μαζί με τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος,  συνέβαλε καθοριστικά στην αποκατάσταση της καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης αλλά και στην αποκατάσταση της πρόσβασης της Κύπρου στις διεθνείς αγορές.

Μπορέσαμε έτσι να ολοκληρώσουμε το Μνημόνιο χωρίς κανένα νέο φόρο, κατ’ ακρίβεια προωθήσαμε σημαντικά φορολογικά κίνητρα και ελαφρύνσεις, και δώσαμε ώθηση στην πραγματική οικονομία. Η κυπριακή οικονομία αναπτύσσεται πλέον με ρυθμό κοντά στο 3% του ΑΕΠ και η ανεργία άρχισε να μειώνεται. Παραδόξως, αυτή η οικονομική πολιτική χαρακτηρίζεται από κάποιους ως πολιτική λιτότητας.

Σημαντικές ήταν και οι διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, όπως για παράδειγμα στο κράτος πρόνοιας, αλλά και οι αδειοδοτήσεις μεγάλων επενδύσεων.


Το τέρας ξυπνά και πάλι

Πρώτη όμως η κυβέρνηση θεωρεί πως έπρεπε και πρέπει να γίνουν περισσότερα. Για το λόγο αυτόν και ασχέτως ολοκλήρωσης του Μνημονίου, συνεχίζουμε να καταθέτουμε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς αλλά και προτάσεις για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις. Μόνο έτσι θα διαφυλάξουμε και θα αξιοποιήσουμε υπεύθυνα αυτή τη δεύτερη ευκαιρία που έχουμε εξασφαλίσει. Αλλά βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με συμπεριφορές που θυμίζουν τον παλιό κακό μας εαυτό. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν πρόσφατα περιθωριοποιηθεί με απόφαση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Ο λαϊκισμός φαίνεται πως επιστρέφει ξανά και αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι κάθε φορά που υποκύπτουμε στα κελεύσματα του λαϊκισμού το μόνο που καταφέρνουμε είναι να τον γιγαντώσουμε ακόμη περισσότερο. 

Ο λαϊκισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε συνθήκες υπαρκτών οικονομικών δυσχερειών, ανισοτήτων και υστέρησης. Αλλά με κανένα τρόπο δεν προσφέρει αξιόπιστη διέξοδο από αυτά τα προβλήματα. Αντ' αυτού αποτελεί τη σοβαρότερη απειλή για την κάθε ανοικτή, φιλελεύθερη κοινωνία και την κάθε ανοικτή, ανταγωνιστική οικονομία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Εάν δεν αντιμετωπιστεί θα οδηγήσει στον προστατευτισμό και στον εθνικισμό και θα υπονομεύσει όχι μόνο τις προοπτικές για ευημερία και ανάπτυξη αλλά και την ίδια τη δημοκρατία. Γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται η συνέχιση των προσπαθειών με την ίδια σοβαρότητα και την ίδια ένταση. Πρέπει να εμπλακούμε σε μια νέα μεγάλη προσπάθεια μιλώντας ξεκάθαρα τη γλώσσα της αλήθειας, γιατί μόνο με την αλήθεια θα αντιμετωπίσουμε τις ψεύτικες υποσχέσεις του λαϊκισμού και θα οδηγήσουμε τις χώρες μας μπροστά.