Please rotate your device

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

25 April 2017

 

Κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα θερμά να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση σε αυτό το ετήσιο συνέδριο που έχει καταστεί θεσμός και προσφέρει βήμα για γόνιμο δημόσιο διάλογο στα θέματα της οικονομίας.

Θα επιχειρήσω να αναφερθώ στην κατάσταση και στις προοπτικές της οικονομίας και να μοιραστώ ταυτόχρονα κάποιες σκέψεις για την οικονομική πολιτική αλλά και για το ευρύτερο ευρωπαϊκό  περιβάλλον εντός του οποίου λειτουργούμε.

Και δεν χρειάζεται καν να υπενθυμίσω πόσο δραματικά δύσκολη ήταν η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, μέσα από τα λάθη και τις παραλήψεις που έφεραν την χώρα μας στο χείλος της καταστροφής.

Περάσαμε πολύ δύσκολες καταστάσεις και εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε σημαντικές προκλήσεις. Όμως μέσα από τη συλλογική προσπάθεια πετύχαμε πολλά και έχουμε θέσει την οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης.

Ολοκληρώσαμε το πρόγραμμα στήριξης έγκαιρα και με επιτυχία. Αποκαταστήσαμε την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, μέσα από την επανάκτηση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης προς τη χώρα μας.

Το τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε και έχει σε ένα μεγάλο βαθμό εξυγιανθεί, έστω και εάν σημαντικές προκλήσεις παραμένουν. Η εμπιστοσύνη των καταθετών έχει αποκατασταθεί, τα περιοριστικά μέτρα ήταν αναγκαία για πολύ μικρότερη περίοδο από ότι πολλοί υπολόγιζαν, ο ELA έχει αποπληρωθεί πλήρως και τα δανειστικά επιτόκια είναι στο χαμηλότερο σημείο που ήταν ποτέ.

Τα δημόσια οικονομικά έχουν, επίσης, εξυγιανθεί.

Και βεβαίως, η πραγματική οικονομία έχει ανακάμψει. Από την ύφεση του -3.2% το 2012 και -6% το 2013 είμαστε σχεδόν στο +3% το 2016.

Για το 2017 και για την επόμενη διετία η προοπτική ανάπτυξης είναι εξίσου θετική, δηλαδή μεγέθυνση του ΑΕΠ με ρυθμό κοντά στο 3% ανά έτος. Αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της ανεργίας και σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των συμπολιτών μας και αυτός τελικά είναι  απώτερος σκοπός της οικονομικής πολιτικής.

Όμως, το πιο σημαντικό, είναι το γεγονός ότι αυτή η ανάπτυξη είναι όσο ποτέ άλλοτε βιώσιμη.

Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι αποτέλεσμα αλόγιστα ψηλών δημοσίων δαπανών. Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι ένα κράτος μπορεί πρόσκαιρα να τονώσει την οικονομική δραστηριότητα δαπανώντας λεφτά που δεν έχει. Δημιουργώντας δηλαδή έλλειμμα και αφήνοντας τον λογαριασμό για παρακάτω. Διευκρινίζω ότι δεν θεωρώ καταστροφικό ή έστω αρνητικό το κάθε έλλειμμα. Αλλά θυμίζω ότι τα προηγούμενα χρόνια στην Κύπρο η δημοσιονομική κατάσταση ήταν πραγματικά εκτός ελέγχου. Μέχρι και το 2013, το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού έφτανε το 5-6% του ΑΕΠ που αντιστοιχεί σε 1 τουλάχιστον δις ευρώ τον χρόνο.

Θα ήταν και για μένα πολύ πιο εύκολη η δουλειά μου ως Υπουργού Οικονομικών εάν δαπανούσα 1000εκ τον χρόνο που δεν είχα. Αυτό, όμως, θα μας οδηγούσε ξανά σε οικονομικό αδιέξοδο. 

Αντιθέτως, από το 2014 λειτουργούμε με ισοσκελισμένο  προϋπολογισμό. Και έχουμε πετύχει τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, όχι με φόρους και επιβαρύνσεις, αλλά με μείωση και στη συνέχεια με συγκράτηση των δαπανών. Με τρόπο που μας επέτρεψε, κατ’ ακρίβεια, να προγραμματίσουμε και να προωθήσουμε σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις και κίνητρα.

Ακούω κάποιους να χαρακτηρίζουν αυτή μας την επιλογή, ως πολιτική λιτότητας. Δυσκολεύομαι πραγματικά να κατανοήσω. Ισοσκελισμένος προϋπολογισμός σημαίνει ότι δαπανούμε το σύνολο των εσόδων μας αλλά όχι περισσότερο. Από πω ως που, αυτή η πολιτική της κοινής λογικής, που μας επέτρεψε να μειώσουμε τα φορολογικά βάρη, μπορεί να χαρακτηριστεί ως λιτότητα; Εκτός και εάν κάποιοι πραγματικά νομίζουν ότι το κράτος δεν είναι από την τσέπη των φορολογουμένων που εξασφαλίζει τα έσοδά του αλλά από ένα δέντρο από το οποίο μπορεί να μαζεύει χρήμα. 

Το παράδοξο είναι ότι την ίδια ώρα που κάποιοι φωνάζουν για τη συνεχιζόμενη λιτότητα, κάποιοι άλλοι βλέπουν συνέχεια το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Απαντώ, ότι το 2016, που ήταν η πρώτη μεταμνημονιακή χρονιά, έκλεισε με πλεόνασμα προϋπολογισμού +0.4% και πρωτογενές πλεόνασμα +3%. Το δε πρώτο τρίμηνο του 2017, καταγράφει περαιτέρω βελτίωση της τάξης του +0,3% του ΑΕΠ σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό.

Και αυτό παρά την μείωση των φορολογιών, ή κατ’ ακρίβεια λόγω και της στοχευμένης και μελετημένης μείωσης φορολογιών, που ενίσχυσε την καταναλωτική και επενδυτική εμπιστοσύνη και το διαθέσιμο εισόδημα και συνεπώς, μέσα από την ανάπτυξη, οδήγησε σε αυξημένα φορολογικά έσοδα.

Στο δε σκέλος των δαπανών υπενθυμίζω ότι έχουμε συμφωνήσει με την ΠΑΣΥΔΥ για μηδενικές γενικές αυξήσεις το 2017 και το 2018, έχουμε συμφωνήσει με όλες τις συντεχνίες του δημοσίου για την εισαγωγή, μέσω συλλογικής σύμβασης, του μηχανισμού που η Βουλή δυστυχώς απέρριψε και που καθορίζει ανώτατο όριο στις μεταβολές του μισθολογίου και έχουμε προτείνει και είναι ενώπιων της Βουλής, νομοσχέδιο για την επ’ αόριστον επέκταση της παγοποίησης προσλήψεων με αυστηρή διαδικασία εξαιρέσεων.

Είμαστε, με λίγα λογία, αποφασισμένοι να μην επιτρέψουμε την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος.

Ο σωστός συνδυασμός της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της ενθάρρυνσης της οικονομικής και επενδυτικής δραστηριότητας, με φορολογικά και άλλα κίνητρα, είναι το πιο σημαντικό ίσως συστατικό που οδήγησε στην ανάκαμψη και σε ένα από τους πιο ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη.     

Ούτε όμως είναι η ανάπτυξη αποτέλεσμα μιας εξίσου αλόγιστης πιστωτικής επέκτασης, δηλαδή διοχέτευσης υπερβολικού δανεισμού από το τραπεζικό σύστημα. Αυτό δυστυχώς ήταν το χαρακτηριστικό της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση δημιούργησε μια επίπλαστη και εύθραυστη ευημερία, σε μια φούσκα, την οποία κάποιοι τότε χαρακτήριζαν ως ένα νέο οικονομικό θαύμα.

Σήμερα ο τραπεζικός δανεισμός προσφέρεται με πολύ πιο αυστηρούς όρους και γίνεται ορθότερη αξιολόγηση της δυνατότητας του δανειολήπτη να εξυπηρετήσει το δάνειο που αναλαμβάνει. Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να πάμε στο άλλο άκρο και σε υπερβολικά γραφειοκρατικές διαδικασίες, αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε υπόψη ότι τα δάνεια προέρχονται από καταθέσεις συμπολιτών μας και είναι υποχρέωση των τραπεζών να τις διαχειρίζονται υπεύθυνα.

Σημαντικά, πάντως, θεωρώ τα χρηματοδοτικά προγράμματα που έχουν καταρτιστεί σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, την τράπεζα της ΕΕ.  Κοινός στόχος είναι ο φθηνότερος, στοχευμένος δανεισμός που να στηρίζει την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Σημαντική ακόμη είναι η παρουσία στην Κύπρο, με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και την διοίκηση των δύο μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών, αλλά και με χρηματοδοτικά προγράμματα, της EBRD, της οποίας την Ετήσια Γενική Συνέλευση, ένα μεγάλο διεθνές οικονομικό γεγονός με συμμετοχή 2000 ατόμων, θα φιλοξενήσουμε στην Κύπρο στις αρχές του επόμενου μήνα.

Κυρίες και κύριοι,

Χωρίς αμφιβολία έχουμε διανύσει τεράστια απόσταση. Όλοι οι βασικοί τομείς της οικονομίας μας κινούνται ικανοποιητικά. Σημαντικές ντόπιες και ξένες επενδύσεις είναι σε εξέλιξη. Μόνο αυτές που αφορούν υποδομές, τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, ισοδυναμούν με ποσοστό περίπου 12% του ΑΕΠ.

Ως δημόσιο, επενδύουμε σημαντικά στην ανώτατη εκπαίδευση και τις ερευνητικές υποδομές, στο Πανεπιστήμιο, στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, αλλά έχουμε προωθήσει και σημαντικά στοχευμένα φορολογικά κίνητρα προς τον ιδιωτικό τομέα για να ενθαρρύνουμε ακριβώς την έρευνα και την καινοτόμο επιχειρηματικότητα και να καταφέρουμε έτσι την διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας μας.

Πραγματοποιούμε μεθοδικά αλλά αποφασιστικά βήματα στον τομέα της ενέργειας και έχουμε δημιουργήσει στρατηγικές συνεργασίες με τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους διεθνώς.  

Με κανένα τρόπο όμως δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι η προσπάθεια έχει ολοκληρωθεί και ότι μπορούμε να οδηγηθούμε στον εφησυχασμό. Πρώτα απ’ όλα δεν έχουμε εξαλείψει πλήρως τις συνέπειες και τα κατάλοιπα της οικονομικής κρίσης. Η ανεργία, τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια και το δημόσιο χρέος παραμένουν σε ψηλά επίπεδα και η αντιμετώπιση τους επιβάλλει συνέχιση των προσπαθειών.

Και πρέπει, βεβαίως, να έχουμε επίγνωση ότι η διατήρηση της αξιοπιστίας και της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας επιβάλλει συνεχή μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Η βασική μου ανησυχία σχετίζεται με τον κίνδυνο να οδηγηθούμε ξανά στον δρόμο της ανευθυνότητας, παρασυρόμενοι από τον λαϊκισμό και τα συνθήματα.

Ο ανεύθυνος λαϊκισμός μπορεί να διακυβεύσει όλα όσα με κόπους και θυσίες έχουμε πετύχει.

Και είναι δυσάρεστο γεγονός, ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε διαχρονικά επιρρεπείς στα κελεύσματα των λαϊκιστών,  παρά το γεγονός ότι κάθε φορά που ακολουθούσαμε αυτή την οδό η κατάληξη ήταν καταστροφική, είτε στην οικονομία είτε στα εθνικά μας θέματα.

Πρέπει λοιπόν να βρούμε την δύναμη να αντισταθούμε και να πείσουμε ότι μόνο η οδός του ορθολογισμού και της ευθύνης μπορεί να μας οδηγήσει μπροστά.

Αυτή κατ’ ακρίβεια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε ολόκληρη την Ευρώπη, ο δημαγωγικός  λαϊκισμός είναι σε άνοδο. Προέρχεται τόσο από την αριστερά όσο και από την δεξιά. Κοινό έδαφος ο προστατευτισμός και η απόσταση από την κοινή λογική. Και πρέπει με την ευκαιρία να πω, πως καθόλου δεν με έχει εκπλήξει η άρνηση του υποψηφίου της γαλλικής αριστεράς να στηρίξει τον μετριοπαθή φιλελεύθερο Μακρόν έναντι της ακροδεξιάς Λεπέν.

Κυρίες και κύριοι,

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την γλώσσα της αλήθειας. Μαζί με μια εμπνευσμένη υπεράσπιση της ελευθερίας και της συνεργασίας ως απαραίτητα συστατικά για την ευημερία και την πρόοδο.

Αλλά πρέπει την ίδια ώρα να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε λάθη και αδυναμίες σε σχέση με το ευρωπαϊκό μας οικοδόμημα.

Θεωρώ τον εαυτό μου έντονα ευρωπαϊστή, αλλά με ανησυχεί και με προβληματίζει η τάση και η θεσμική δυναμική, έστω και εάν παρουσιάζεται κάποτε με τρόπο υπερβολικό, για όλο και περισσότερη γραφειοκρατία, όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις, όλο και περισσότερη κεντρικοποίηση. Αυτή η τάση υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών μας και δημιουργεί χάσμα με τους πολίτες.

Μετά το Brexit πρέπει να κάνουμε μια παύση και να προβληματιστούμε.  

Πρέπει να αναδείξουμε ξανά τις βασικές αρχές τις Ευρωπαϊκής ιδέας που σχετίζονται με την ελευθερία. Την ελευθερία διακίνησης ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων, και το πιο σημαντικό ελευθερία διακίνησης ιδεών. Πρέπει να παραμείνουμε προσηλωμένοι στην συνετή αρχή της επικουρικότητας. Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η κοινωνική συνοχή δεν υπηρετείται με την υπερβολική και γραφειοκρατική ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας.

Τα επόμενα βήματα στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και κυρίως στην ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση πρέπει να είναι προσεκτικά και λελογισμένα και να έχουν ως προϋπόθεση την δημοκρατική τους νομιμοποίηση. Η γραφειοκρατική πολιτική διαδικασία έχει φτάσει στα όρια της.

Και αφού έχω αναφερθεί στις γαλλικές εκλογές πρέπει να πω πως μια από τις πιο αξιοσημείωτες προσεγγίσεις του Μακρόν είναι αυτή που σχετίζεται με την επανασύνδεση της ΕΕ και της περαιτέρω εμβάθυνση της, με τους πολίτες.

Με την ελπίδα λοιπόν ότι σε δύο βδομάδες η γαλλική δημοκρατία θα δώσει μια σημαντική νίκη στον φιλελευθερισμό έναντι του λαϊκισμού και των άκρων, ολοκληρώνω λέγοντας πως τόσο στην Κύπρο όσο και στης Ευρώπη, πρέπει να αναλάβουμε μια νέα προσπάθεια που θα αποτρέψει την οπισθοδρόμηση και θα δημιουργεί συνεχώς προϋποθέσεις και προοπτικές για την ανάπτυξη, την ευημερία και την προκοπή. Για θέσεις εργασίας, για νέες ευκαιρίες και για μια συνεκτική και ανεκτική κοινωνία, σε ένα περιβάλλον σταθερότητας και ασφάλειας.

Κυρίες και κύριοι,

Σας ευχαριστώ που με ακούσετε.