Please rotate your device

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΟΛΙΤΗΣ"

21 August 2016

 

http://politis.com.cy/article/charis-georgiadis-dechome-aforites-piesis-gia-afxisi-dapanon

 

Χαρης Γεωργιαδης: «Δεχομαι αφορητες πιεσεις για αυξηση δαπανων»


Όπως ο υπουργός Οικονομικών επισημαίνει σε συνέντευξή του στον «Πολίτη», έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας.

Ο υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης βλέπει την κυπριακή οικονομία να πηγαίνει καλύτερα από κάθε άποψη, διότι, όπως εξηγεί, «το τραπεζικό σύστημα έχει σταθεροποιηθεί, και σε μεγάλο βαθμό εξυγιανθεί, τα δημόσια οικονομικά είναι υπό έλεγχο, κρατήσαμε σταθερό το φορολογικό μας σύστημα και τώρα, μάλιστα, είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε σε σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις». Όπως ο υπουργός Οικονομικών επισημαίνει σε συνέντευξή του στον «Πολίτη», έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, καταγράφεται μια ικανοποιητική ανάκαμψη της οικονομίας και με αυτόν τον τρόπο ενισχύονται σιγά–σιγά και οι δυνατότητες του κράτους. «Όμως, ελπίζω να είναι σε όλους κατανοητό ότι αυτή η βελτίωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια λειτουργήσαμε και λειτουργούμε με τρόπο προσεκτικό και λελογισμένο, πάντοτε εντός των ορίων της οικονομίας. Συνεπώς, και οι όποιες νέες κινήσεις και τα όποια αιτήματα πρέπει πάντοτε να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες και αντοχές της οικονομίας μας», τονίζει ο κ. Γεωργιάδης.

 
Ναι, όμως φαίνεται να υπάρχει μια τάση για επιστροφή στα παλιά, στο ανεξέλεγκτο «δώσε, δώσε»...

Πράγματι, από την πρώτη ημέρα εξόδου της χώρας μας από το μνημόνιο εκδηλώνονται αυτές οι τάσεις από οργανωμένα σύνολα, από πολιτικά κόμματα, από συνδικαλιστικές οργανώσεις, ακόμη και ενδοκυβερνητικά. Για επιστροφή δηλαδή στις ανεύθυνες πρακτικές του παρελθόντος. Ως υπουργός Οικονομικών αντιμετωπίζω αφόρητη πίεση από πολλές κατευθύνσεις για αύξηση δημόσιων δαπανών πέραν των δυνατοτήτων μας. Δεν θα κουραστώ, όμως, να επαναλαμβάνω και να προειδοποιώ πως εάν κάτι τέτοιο συμβεί, τότε θα κινδυνέψουμε ξανά. Το υπουργείο Οικονομικών, με απόλυτα τεκμηριωμένο τρόπο, καθορίζει τα όρια τα οποία τυγχάνουν έγκρισης από το Υπουργικό Συμβούλιο και αποτελούν τη βάση κατάρτισης του προϋπολογισμού. Εντός αυτών των ορίων μπορούμε να πραγματοποιήσουμε πράγματι κάποιες κινήσεις, αλλά παραβίασή τους θα μας οδηγούσε ξανά στις πολιτικές των ελλειμμάτων, και αργά ή γρήγορα στις πολιτικές της επιβολής νέων φόρων και επιβαρύνσεων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτοί πάντοτε πληρώνουν τον λογαριασμό. Η επιστροφή στα παλιά, λοιπόν, θα υπονομεύσει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη, θα καταστήσει την Κύπρο λιγότερο ελκυστική για επενδύσεις, και με βεβαιότητα θα μας οδηγήσει ξανά σε αδιέξοδο. Εάν, μάλιστα, οι πιέσεις για αλόγιστη αύξηση των δημόσιων δαπανών συνοδευτούν και από αναστολή της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, επειδή δεν υπάρχει πλέον η πίεση της τρόικας, τότε σίγουρα βλέπω ότι αυτή η δεύτερη ευκαιρία –που ως χώρα και ως κοινωνία έχουμε εξασφαλίσει, με την έξοδό μας από την κρίση και την ανάκαμψή της οικονομίας μας– θα διακυβευτεί και θα αντιμετωπίσουμε ξανά κινδύνους.

 
Άρα, τι πρέπει να κρατήσουμε ως μάθημα από τα χρόνια της κρίσης;

Το σημαντικότερο που πρέπει να κρατήσουμε από την άνευ προηγουμένου κρίση που περάσαμε τα τελευταία χρόνια είναι πως αποφάσεις, νοοτροπίες και επιλογές που αψηφούν τη λογική, οδηγούν πάντοτε σε περιπέτειες. Δεν γίνεται, για παράδειγμα, να θέλουμε να μας δανείζουν οι τράπεζες, αδιαφορώντας για την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής. Ή να δαπανούμε ως κράτος πέραν των δυνατοτήτων μας. Ή να θέλουμε μεν χαμηλούς φόρους, αλλά ταυτόχρονα να θέλουμε και αύξηση των δημόσιων δαπανών. Ούτε και γίνεται να θεωρούμε πως η μόνη απάντηση στα προβλήματα της υγείας, της παιδείας και των δυσλειτουργιών του Δημοσίου είναι οι αλόγιστες αυξήσεις και οι συνεχείς προσλήψεις. Διότι τα προβλήματα είναι αλλού, σχετίζονται με τις δομές, τις νοοτροπίες και τις διαδικασίες στη δημόσια υπηρεσία, και όχι με την έλλειψη προσωπικού ή με χαμηλούς μισθούς. Αντί, όμως, να σπρώξουμε όλοι για μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, το μόνο που ξέρουμε είναι να πιέζουμε για αυξήσεις και προσλήψεις.

 
Έχετε τις αντιστάσεις ως υπουργός Οικονομικών και ως υπουργείο Οικονομικών έναντι όλων αυτών των αφόρητων πιέσεων για προσλήψεις και μισθολογικές αυξήσεις;

Πρέπει να πω πως μέχρι σήμερα, με καθοριστική παρέμβαση του ιδίου του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν έχουν υπάρξει κινήσεις που υπερβαίνουν τα όρια που έχουμε καθορίσει. Ναι, καταργείται στο τέλος αυτής της χρονιάς η έκτακτη φορολογία, που επιβάρυνε τους εργαζομένους τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Αυτή είναι μια σημαντική κίνηση, η οποία είναι εντός των αντοχών της οικονομίας μας. Ναι, έχει υπάρξει και μια σημαντική μείωση και σε άλλες φορολογίες, η οποία επίσης είναι προϋπολογισμένη και υπολογισμένη. Και έχουμε ξεκινήσει πράγματι να προβαίνουμε σε κάποιες προσλήψεις εις μερικήν αντικατάσταση αυτών που έχουν αποχωρήσει. Δηλαδή, δεν είναι καθαρή αύξηση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα. Και αυτή η εξέλιξη είναι προϋπολογισμένη και υπολογισμένη. Όμως, είναι καθημερινές οι πιέσεις, και σε κάποιες περιπτώσεις αφόρητες, που με κάνουν να ανησυχώ.

 
Πόσο μας κοστίζει η μη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα;

Η μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα δεν είναι μια μεμονωμένη κίνηση, αλλά μια σειρά δράσεων, η οποία με τη σειρά της αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Υπενθυμίζω ότι έχει μεταρρυθμιστεί πλήρως ο τραπεζικός τομέας, έχει μεταρρυθμιστεί πλήρως και η κοινωνική πολιτική. Και έχει ξεκινήσει να υλοποιείται μια πολυεπίπεδη προσπάθεια μεταρρύθμισης στη δημόσια υπηρεσία. Έχουν ήδη ενοποιηθεί κάποια τμήματα, όπως τα πολύ σημαντικά φορολογικά τμήματα, έχει καθιερωθεί ενιαίο ωράριο στη δημόσια υπηρεσία, κάτι που ενισχύει την αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα, έχει επεκταθεί το ωράριο εξυπηρέτησης του κοινού, έχουν καταργηθεί 5 – 6 μικροί ημικρατικοί οργανισμοί που είχαν εξαντλήσει τον ρόλο και την αποστολή τους. Όλες αυτές οι κινήσεις συμβάλλουν στη δημιουργία ενός βιώσιμου και παραγωγικού δημόσιου τομέα, που θα εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και δεν θα αποτελεί βάρος για την οικονομία. Όμως, υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν. Και κορυφαία προτεραιότητα ανάμεσα στα πολλά είναι η ρύθμιση του κρατικού μισθολογίου.


 Συνεπώς, σήμερα μπορεί η οικονομία μας να αντέξει αυξήσεις και προσλήψεις στη δημόσια υπηρεσία;

Εξαρτάται από την έκτασή τους. Σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις στο μισθολόγιο, η νομοθετική ρύθμιση που προτείνουμε διασφαλίζει πως όχι μόνον σήμερα, αλλά και σε βάθος χρόνου, οι όποιες προσλήψεις, αυξήσεις και ωφελήματα θα δίνονται στη δημόσια υπηρεσία –και ευθέως λέγω ότι θα δίνονται– δεν θα κινούνται στους ρυθμούς τους παλιούς. Αλλά, με μια ξεκάθαρη νομοθετική ρύθμιση θα παραμένουν εντός των αντοχών των δημόσιων οικονομικών, εντός των αντοχών της οικονομίας. Και για να απαντήσω στην προηγούμενη ερώτησή σας, εάν εφαρμόζαμε την προτεινόμενη μεταρρύθμιση προ δεκαπενταετίας, το όφελος για την οικονομία μας θα ήταν πέραν των 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Και αυτή είναι μόνο μία πτυχή. Εξίσου σημαντική είναι η πτυχή που θέλει την ενίσχυση της κινητικότητας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δηλαδή όχι μόνον μεταξύ υπουργείων αλλά και μεταξύ οργανισμών του Δημοσίου. Δηλαδή, να μπορούμε να μετακινούμε υφιστάμενο προσωπικό εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Επίσης, εξίσου σημαντική είναι η αξιολόγηση του προσωπικού. Και όλα αυτά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναν βιώσιμο δημόσιο τομέα.

 
Τι προϋπολογισμός θα είναι ο προϋπολογισμός του 2017;

Ο προϋπολογισμός του 2017, όπως και όλοι οι προϋπολογισμοί από το 2014 και μετά, θα είναι ουσιαστικά ισοσκελισμένος. Αυτό σημαίνει πως δεν θα δαπανούμε πέραν των δυνατοτήτων μας. Τυχόν έλλειμμα θα είναι μόνο οριακό και θα προκύπτει ικανοποιητικό πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό διασφαλίζει ότι το χρέος δεν θα αυξάνεται. Υπολογίζουμε με τεκμηριωμένο, αυστηρό και συγκρατημένο τρόπο τα αναμενόμενα έσοδα, και βάσει αυτής της εκτίμησης καθορίζουμε τις συνολικές δαπάνες. Έτσι έχουμε κινηθεί τα τελευταία χρόνια και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο θα κινηθούμε και το 2017, παρά τις έντονες πιέσεις που αντιμετωπίζουμε αυτήν την περίοδο –απ’ την έξοδό μας από το μνημόνιο και μετά– για υπερβάσεις. Το λέω ξεκάθαρα πως η έξοδός μας από το μνημόνιο δεν σημαίνει αυτόματα πως έχουν ενισχυθεί οι οικονομικές δυνατότητες του κράτους. Οι οικονομικές δυνατότητες του κράτους θα ενισχυθούν σταδιακά, μέσα από την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της οικονομίας, μέσα από τη μακροοικονομική σταθερότητα, την οποία με κάθε τρόπο θα διαφυλάξουμε.

 
Είστε ικανοποιημένος από τις ξένες επενδύσεις που έχουν έρθει στην Κύπρο;

Ναι, είμαστε ικανοποιημένοι. Υπάρχει μια σημαντική αύξηση στις ξένες επενδύσεις. Η Κύπρος έχει καταφέρει να αντιστρέψει πλήρως την κακή εικόνα που είχε δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια, και έχει ξανακερδίσει μια θέση αξιοπιστίας στη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Είναι, μάλιστα, πολύ καλύτερη η εικόνα που καταγράφεται για τη χώρα μας διεθνώς απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι αναγνωρίζουμε, και αυτό έχει αρχίσει να έχει πρακτικό όφελος με σημαντικότατες ξένες επενδύσεις να πραγματοποιούνται ήδη και οι οποίες έχουν συμβάλει καθοριστικά, μαζί με άλλους παράγοντες, στην ανάκαμψη της οικονομίας μας. Αυτές οι ξένες επενδύσεις μπορούν να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο και δείχνουν τις αστείρευτες προοπτικές που έχουμε ως χώρα και ως οικονομία. Φτάνει να τις διαφυλάξουμε και να τις ενισχύσουμε. Να καταλάβουμε πως η διατήρηση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, η διατήρηση της ελκυστικότητας μιας οικονομίας ως επενδυτικού προορισμού, προϋποθέτει τη διαρκή μεταρρυθμιστική προσπάθεια και τη διαρκή προσήλωση στη δημοσιονομική σταθερότητα. Και αυτό αποτελεί άλλο ένα κίνητρο, το οποίο πρέπει να μας οδηγεί στη συνέχιση της σοβαρής προσπάθειας που συλλογικά έχουμε αναλάβει τα τελευταία χρόνια.

 

Έτσι θα απογειωθεί η οικονομία μετά τη λύση

Σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη, με τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση του νησιού θα δημιουργηθούν «τεράστιες προοπτικές» που μπορούν «να απογειώσουν την κυπριακή οικονομία», αρκεί να εκπληρωθούν τρεις βασικές προϋποθέσεις, που αφορούν τους προϋπολογισμούς, το τραπεζικό σύστημα και το περιβάλλον για επενδύσεις και επιχειρηματικότητα.

 
Μπορεί να απογειωθεί η οικονομία του νησιού μετά την επανένωση, μετά από μια συμφωνία λύσης του κυπριακού ζητήματος;

Ναι, μπορεί πράγματι να απογειωθεί η οικονομία της Κύπρου μετά από την επίλυση του Κυπριακού, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να τηρηθούν κάποιες πολύ βασικές προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα ολιγότερο απ’ ό,τι αναμένεται από μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία.

 
Και οι οποίες είναι;

Πρώτον, στο κεφάλαιο των δημόσιων οικονομικών θα πρέπει να υπάρξει πλήρης εφαρμογή των κανόνων οικονομικής διαχείρισης, όπως καθορίζονται από το ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης. Και αυτοί οι κανόνες να εφαρμόζονται πλήρως σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης: τοπικό, πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο. Δηλαδή, να μην επιτρέπεται σε κανέναν να καταρτίζει ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, οι οποίοι –χωρίς αμφιβολία– θα δημιουργούσαν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά προβλήματα, και θα αποσταθεροποιούσαν την επανενωμένη οικονομία στην πιο κρίσιμή της φάση. Δεύτερον, πρέπει να προσέξουμε το τραπεζικό σύστημα, το οποίο –όπως πολύ καλά γνωρίζουμε– αποτελεί απαραίτητο συστατικό για την εύρυθμη λειτουργία και την ανάπτυξη μιας οικονομίας. Το τραπεζικό σύστημα σε ολόκληρη την επικράτεια, δηλαδή και αυτό που σήμερα λειτουργεί στην κατεχόμενη περιοχή, πρέπει να λειτουργεί με όρους και προϋποθέσεις που συνάδουν με τα ισχύοντα στην Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ένωση. Σε διαφορετική περίπτωση θα αντιμετωπίζαμε μεγάλους κινδύνους από την πρώτη μέρα μετά τη λύση. Τέλος, πρέπει μετά τη λύση να δημιουργηθεί ένα φιλικό και ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον για επενδύσεις και επιχειρηματικότητα. Δεν θα πρέπει οι δομές του επανενωμένου κράτους, είτε μέσα από τη γραφειοκρατία είτε μέσα από το μέγεθός τους είτε μέσα από δυσβάστακτο φορολογικό βάρος, να δημιουργούν βαρίδια στην οικονομική δραστηριότητα και στη δυνατότητα της ενωμένης οικονομίας να αξιοποιήσει τις τεράστιες προοπτικές, που χωρίς αμφιβολία θα προκύψουν μέσα από μια επίλυση του Κυπριακού.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΑΔΗ